Κρήτη
Χοροί : 1) Λαζώτης 2) Συρτός 3) Ξενομπασάρης
1) Λαζώτης
Παλιότερα χορευόταν στις επαρχίες Αμαρίου και Αγίου Βασιλείου του νομού Ρεθύμνης και μάλιστα σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες , συγκεκριμένα τις Απόκριες.
Ένα από τα χωριά που έχει καταγραφεί ο Λαζώτης ή Λαζέϊκος είναι το χωριό Χάρκια στο Ρέθυμνο.
Σήμερα χορεύεται σε πολλές περιοχές της Κρήτης και παρ’ ότι τα τελευταία χρόνια χορεύεται περισσότερο από γυναίκες εξακολουθεί να θεωρείται καθαρά μικτός χορός.
Για την προέλευσή του υπάρχουν δύο εκδοχές. Σύμφωνα με τη μία οι Κρήτες αγωνιστές που βρέθηκαν στη Μακεδονία κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο τον εμπνεύστηκαν από χορούς των Ποντίων τους οποίους συνάντησαν εκεί και επιστρέφοντας πίσω έφεραν μαζί τους τη μελωδία και το χορό. Η άλλη εκδοχή είναι ότι τον έφεραν στην Κρήτη οι Λαζοί ή Λαζαίοι οι οποίοι είναι Πόντιοι που ήρθαν στην Κρήτη τον δέκατο όγδοο με δέκατο ένατο αιώνα.
Από το μουσικό Μάνο Μουντάκη υπάρχει η μαρτυρία ότι ο πατέρας του Κώστας Μουντάκης άκουσε τη μελωδία του Λαζώτη από τη μητέρα του, την οποία μελωδία συχνά τη σιγοτραγουδούσε στο σπίτι τους.
Πηγή – Πληροφορίες : Λευτέρης Κορναράκης, Βασιλεία Κορναράκη, Μιχάλης Σηφακάκης, Γιάννης και Γιώργος Μεγαλακάκης.
Προτεινόμενο βίντεο :
1) Συρτός
Στις 15 του Μάρτη του 1453 περίπου πεντακόσιοι με χίλιοι Κρήτες εθελοντές αψηφώντας τις απαγορεύσεις των Ενετών ξεκίνησαν με πέντε καράβια για την Κωνσταντινούπολη για να ενισχύσουν την άμυνα της Πόλης λίγους μήνες πριν την άλωσή της, επιδεικνύοντας μάλιστα ιδιαίτερη αυτοθυσία.
Κατά τη διάρκεια των μαχών τραγουδούσαν ένα παράξενο μίγμα βυζαντινής ψαλμωδίας, πυρρίχιου και μαντινάδας προτρέποντας ο ένας τον άλλον στην αυτοθυσία και τον ηρωισμό.
Όμως η Πόλη έπεσε και επειδή οι μόνοι που δεν παραδόθηκαν ήταν οι Κρητικοί πολεμιστές, ο Σουλτάνος για να αναγνωρίσει την αξία τους αλλά και για να διδάξει τους δικούς του στρατιώτες ότι η αυτοθυσία ανταμείβεται, άφησε όσους διασώθηκαν, να φύγουν με τον οπλισμό τους με ένα από τα πλοία τους και να επιστρέψουν στην Κρήτη και συγκεκριμένα στην Κίσσαμο απ’ όπου κατάγονταν οι περισσότεροι απ’ αυτούς.
Στην Κίσσαμο λοιπόν, αυτοί οι πολεμιστές εξιστορούσαν τα κατορθώματά τους και συνόδευαν την ιστορία τους με αυτά τα δύο τραγούδια, αλλά μόνο τραγουδώντας και χωρίς την συνοδεία οργάνων και χορών. Αυτές λοιπόν οι δύο μελωδίες πέρασαν από γενιά σε γενιά και παρέμειναν στην περιοχή της Κισσάμου.
Το 1750 παντρεύονταν ένας οπλαρχηγός της εποχής, ο Εμμανουήλ Πατεράκης ή Πατερομάνος στα Πατεριανά Λουσακιών Κισσάμου. Κάλεσε λοιπόν όλους τους καπεταναίους της περιοχής και κουμπάροι ήταν κάποιοι πολέμαρχοι από την Γραμπούσα. Ο γάμος αυτός βασικά ήταν ένα πρόσχημα για να οργανώσουν την επανάσταση κατά των Τούρκων. Καλεσμένος στο γλέντι ήταν ο περίφημος βιολάτορας Στέφανος Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος από τον Γαλουβά Λουσακιών Κισσάμου ο οποίος μετά από παραγγελιά των οπλαρχηγών έπαιξε με το βιολί του τις δύο παλιές μελωδίες. Οι καπεταναίοι από τη συναισθηματική φόρτιση χόρεψαν αυτοσχεδιαστικά πάνω σ’ αυτές δημιουργώντας, ουσιαστικά, έτσι τον πανάρχαιο αυτό χορό.
Ο Κιώρος βασισμένος στις δύο αυτές μελωδίες, τον Πρώτο Χανιώτικο και τον Κισσαμίτικο, όπως ονομάστηκαν και ενθουσιασμένος από το αποτέλεσμα, με το μεγάλο χάρισμα του συνθέτη που τον διέκρινε, έβγαλε και έναν άλλο σκοπό, στο ίδιο γαμήλιο γλέντι, ο οποίος ήταν τελείως διαφορετικός από τους άλλους δύο και ονομάστηκε Λουσακιανός συρτός.
Σύμφωνα με αυτούς που πρωτοχόρεψαν το Συρτό ο πρώτος χορευτής δίνει το μαντήλι στο δεύτερο και αρχίζει ο χορός χορεύοντας μόνο οι δυο τους ενώ οι υπόλοιποι ακολουθούν με τα χέρια κάτω περπατώντας. Ο δεύτερος κύκλος χορεύεται με τον πρώτο να κάνει λίγες αυτοσχέδιες φιγούρες και στον τρίτο κύκλο ο πρώτος χορευτής κάνει με σβελτάδα τις φιγούρες του. Μετά αφήνει τη θέση του και πιάνεται στο τέλος. Ο δεύτερος αναλαμβάνει πρώτος, ο τρίτος δεύτερος μέχρι να περάσουν όλοι από την πρώτη θέση.
Η παράδοση θέλει τη διαδικασία αυτή να έχει αλληγορική σημασία. Συμβολίζει τον καπετάνιο ο οποίος σε συνεργασία με τον υπαρχηγό του οδηγούν στον αγώνα τα παλικάρια τους. Σε περίπτωση που ο αρχηγός αποχωρήσει, πληγωθεί ή χαθεί τον αντικαθιστά ο υπαρχηγός ο οποίος και ορίζει άλλον υπαρχηγό.
Όταν χορεύει γυναικοπαρέα ο πρώτος του χορού είναι άντρας ο οποίος χορεύει με την πρώτη γυναίκα. Όταν τελειώσει το χορό της αυτή έρχεται στη θέση της η δεύτερη , μετά η τρίτη και η τέταρτη μέχρι να χορέψουν όλες.
Σε κάποιες περιπτώσεις η γυναίκα πιάνεται μπροστά στο χορό και ειδικά όταν ο άντρας της δεν είναι και τόσο επιδέξιος χορευτής. Και σε αυτές τις περιπτώσεις κάνει ελάχιστες φιγούρες δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην χορευτική της έκφραση.
Μαρτυρίες παλαιών μουσικών και χορευτών αναφέρουν ότι ο χορός άρχισε να διαδίδεται στην υπόλοιπη Κρήτη κατά τη διάρκεια του 1928 προσλαμβάνοντας παραλλαγές στο ύφος , την έκφραση και τη συνοδευτική μουσική ανάλογα με τις ανθρωπογεωγραφικές ιδιαιτερότητες του νησιού.
Έτσι λοιπόν, για παράδειγμα, αλλιώς χορεύουν τον Συρτό στην Κίσσαμο (Ν.Χανίων), στο Μυλοπόταμο (Ν. Ρεθύμνου), στο Ηράκλειο και στη Σητεία (Ν.Λασιθίου). Η έκφρασή του από περισσότερο επαναστατική που είναι στα δυτικά γίνεται περισσότερο λυρική όσο προχωράμε προς τα ανατολικά.
Επίσης και οι μελωδίες του Συρτού, που είναι πάρα πολλές, αλλάζουν ονομασία από περιοχή σε περιοχή. Έτσι έχουμε το Μελαμπιανό, το Μπομπιανό, τον Κισσαμίτικο, τον Σελινιώτικο, το Ρεθυμιώτικο, το Μεσσαρίτικο κ.α.
Στο νομό Ρεθύμνου στο Συρτό ο χορευτής που χορεύει «ομπρός μερά» έχει μεγάλη ευχέρεια αυτοσχεδιασμού.
Οι αυτοσχεδιασμοί για τον άντρα περιλαμβάνουν πολλές φιγούρες και ταλίμια είτε χαμηλά είτε στον αέρα.
Αντίθετα, η γυναίκα , όταν χορεύει μπροστά, περιορίζεται μόνο σε στροφές και κάποιες παραλλαγές του βηματισμού χωρίς να αφήνει το χέρι του δεύτερου παρά μόνο στιγμιαία. Στην περίπτωση , μάλιστα, που ο δεύτερος είναι άντρας πιάνεται μαζί του πάντα με μαντήλι.
Η εθιμοτυπία του συρτού στο Ρέθυμνο απαιτεί να χορεύουν όλοι μαζί σ’ έναν κύκλο και μόνο αυτός που βρίσκεται στην «κουντούρα» δηλαδή ο τελευταίος, ακολουθεί περπατώντας. Η διάρκεια του αυτοσχεδιασμού του πρώτου κρατάει μέχρι να τελειώσει η μαντινάδα του σκοπού που παρήγγειλε. Με το που αλλάζει η μαντινάδα ή ο σκοπός ο πρώτος πηγαίνει στο τέλος και ο πρώην τελευταίος αρχίζει πλέον να χορεύει.
Σε μερικά χωριά των νομών Χανίων και Ρεθύμνου χορεύεται και ζευγαρωτά (άντρας – γυναίκα) στον κύκλο οπότε λέγεται «ντάμες». Δύο ή τρία μαντήλια δένονται σταυρωτά έτσι που ο κόμπος να είναι στη μέση και γύρω – γύρω οι άκρες. Την κάθε άκρη κρατά μία γυναίκα με το αριστερό της χέρι και με το δεξί της κρατά τον άντρα. Μετά από σύνθημα του λυράρη ή κάποιου χορευτή που φωνάζει «πάσο» ή «ντάμα» ο άντρας αφήνει το ζευγάρι του και πιάνεται με την προηγούμενη στον κύκλο ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή προωθείται και πιάνεται μ’ αυτήν που είναι μπροστά του. Είναι , δηλαδή, χορός – παιχνίδι και από τον τρόπο που χορεύεται έχει πάρει και την ονομασία Φτερωτός συρτός.
Στο Ηράκλειο , όπως προείπαμε, ο χορός χορεύεται με το τοπικό ύφος και ιδίωμα. Στα χωριά της επαρχίας Πεδιάδας του νομού Ηρακλείου, όμως, συναντάμε το χορό επιπλέον και με μία άλλη κινητική μορφή.
Στις μέρες μας ο συρτός χορεύεται με την αρχική μορφή του στην περιοχή της Κισσάμου και του Σελίνου και ιδιαίτερα δε στα Παλιά Ρούματα, στα Εννιά Χωριά, στις Λουσακιές, στα Γραμπουσοχώρια, στην Κάνδανο και στην Παλαιοχώρα.
Τέλος, σύμφωνα με κάποιες αναφορές ο Συρτός αρχικά χορευόταν μόνο από άντρες. Σήμερα όμως χορεύουν όλοι μαζί ανάκατα άντρες και γυναίκες. Ο Συρτός ,άλλωστε, έχει δεθεί,πλέον, για τα καλά με τη ζωή των Κρητών και είναι, παρών σε κάθε χορευτική τους δραστηριότητα.
Πηγές – Πληροφορίες : Λευτέρης Κορναράκης, Βασιλεία Κορναράκη, Γ. Αμαριανάκη, ”Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Χορού” Άλκη Ράφτη (έκδοση Θ.Ε.Χ. Δόρα Στράτου).
Προτεινόμενο βίντεο 1:
Προτεινόμενο βίντεο 2:
Προτεινόμενο βίντεο 3: Φτερωτός Συρτός. Ντάμες
3) Ξενομπασάρης (Ν.Λασιθίου)
Χορός από το νομό Λασιθίου και ιδιαίτερα από την επαρχία Ιεράπετρας που ήταν πασίγνωστος μέχρι και τη δεκαετία του ‘60.
Η ονομασία του οφείλεται στη μαντινάδα που τραγουδιόταν πάντα πρώτη κατά τη διάρκεια του χορού: ‘’Ξενομπασαρικάκι μου ξενομπασάρικό μου , σγουρό βασιλικάκι μου και νά ‘σουνε δικό μου’’. Ξενομπασάρης ή ξενομπάτης είναι αυτός που είναι από άλλο μέρος, δηλαδή ο ξενόφερτος.
Είναι χορός που βηματικά προσιδιάζει με το Σιγανό που χορεύεται στο νομό Ηρακλείου, αλλά στην Ιεράπετρα δεν τον έλεγαν ποτέ έτσι.
Χορευόταν σε κύκλο με δέσιμο σταυρωτό ή θηλυκωτό ή ακόμα και από τις παλάμες στο ύψος των ώμων και σε κάποιες περιπτώσεις ο κύκλος γινόταν μαίανδρος δηλαδή σαλιγκάρι.
Ο χορός συναντάται και στο Κάτω Μεραμπέλλο όπου , όμως, αναφέρεται και με την ονομασία σιγανός και επίσης και με την ονομασία μανά από το τσάκισμα ‘’για το Θεό μανά μου’’ που λέγεται πάνω στις μαντινάδες.
Παλαιότερα ο χορός χορευόταν κυρίως από γυναίκες.
Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, επί Τουρκοκρατίας οι αγάδες συνήθιζαν να καλούν τις οικογένειες των Κρητικών σε δήθεν γλέντια, για να βάζουν τις γυναίκες και τις κόρες τους να χορεύουν στους οντάδες τους. Κατά την προφορική παράδοση την οποία επίσης κατέγραψε ο Ναύτης στο βιβλίο του, οι Τούρκοι έριχναν στο πάτωμα ρόβι για να γλιστρούν οι γυναίκες ,να πέφτουν κάτω, να τις γελοιοποιούν και να τις προσβάλλουν. Λέγεται, λοιπόν, ότι οι Κρητικοί, για να μην γίνεται το κέφι των Τούρκων, έλεγαν στους οργανοπαίχτες, που επί το πλείστον ήταν Χριστιανοί, να παίζουν τον σιγανό αυτό χορό ώστε οι Κρητικές να αποφεύγουν τα ‘’χορευτικά ατυχήματα’’ . Να σημειωθεί ότι δεν ξέρουμε αν ο χορός αυτός προϋπήρχε ή διαμορφώθηκε τότε για το σκοπό αυτό.
Πηγή – Πληροφορίες : Ιωάννης Τσουχλαράκης (”Οι χοροί της Κρήτης” Μύθος, Ιστορία, Παράδοση Αθήνα 2000), Μιχάλης Σηφακάκης.
Προτεινόμενο βίντεο :